Night | Anne Brontë, 1845


I love the silent hour of night,
For blissful dreams may then arise,
Revealing to my charmed sight
What may not bless my waking eyes!
And then a voice may meet my ear
That death has silenced long ago;
And hope and rapture may appear
Instead of solitude and woe.

Cold in the grave for years has lain
The form it was my bliss to see,
And only dreams can bring again
The darling of my heart to me.

Anne Brontë, Night, 1845

5 thoughts on “Night | Anne Brontë, 1845

  1. SHE walks in beauty, like the night
    Of cloudless climes and starry skies,
    And all that's best of dark and bright
    Meets in her aspect and her eyes;
    Thus mellow'd to that tender light
    Which Heaven to gaudy day denies.

    One shade the more, one ray the less,
    Had half impair'd the nameless grace
    Which waves in every raven tress
    Or softly lightens o'er her face,
    Where thoughts serenely sweet express
    How pure, how dear their dwelling-place.

    And on that cheek and o'er that brow
    So soft, so calm, yet eloquent,
    The smiles that win, the tints that glow,
    But tell of days in goodness spent,—
    A mind at peace with all below,
    A heart whose love is innocent.

    She walks in beauty, like the night / 1814 /
    George Gordon Byron / Hebrew Melodies / CLXXIII / 1815

    Interior of the Tower.
    Manfred, Alone.

    Man. The stars are forth, the moon above the tops
    Of the snow-shining mountains. Beautiful!
    I linger yet with Nature, for the night
    Hath been to me a more familiar face
    Than that of man; and in her starry shade
    Of dim and solitary loveliness,
    I learn’d the language of another world.

    George Gordon Byron / Manfred / 1816–1817 / Act III / Scene IV / excerpt


  2. [ Βροντή / ο χαρτοπώλης ]

    Υπάρχει ένα ανέκδοτο από τή ζωή τών Brontë όταν ήταν ακόμα πολύ μικρά, που τό βρίσκω, κι από κινηματογραφική ακόμα άποψη – σαν εικόνα δηλαδή – απολύτως εξαίρετο : Υπήρξε ένας άνθρωπος δηλαδή στο Ηaworth, τό χωριό που μένανε, που πλήρωσε ο ίδιος με κυριολεκτική πεζοπορία τά γραψίματα τών παιδιών τής οικογένειας Brontë όταν ακόμα γράφαν και ποίηση… : Αν θυμάμαι τό ’χει περιγράψει ο ίδιος : Ήταν με λίγα λόγια ο Χαρτοπώλης τού χωριού – ο βιβλιοπώλης να πούμε… Λοιπόν, τά μικρά τής οικογένειας τού πάστορα [ τού οποίου τό ιρλανδικό όνομα ήτανε Brunty(αφού πρώτα αγγλοποιήθηκε, γιατί τό αρχικό ιρλανδέζικο τής οικογένειας ήτανε μάλλον Ó Proinntigh και αγγλοποιήθηκε πρώτα σε Prunty, τό μετέτρεψε όμως μόνος του σε Brontë απ’ τήν μανία του με τά (αρχαία) ελληνικά και για να παραπέμπει στον κύκλωπα (λένε) Βρόντη, ή στην ελληνική λέξη βροντή – ήτανε βλέπετε διανοούμενος (αν και πάμφτωχος, σ’ αντίθεση με τόν πουριτανό τής άλλης έμιλυς) ο μπαμπάς – και που να ’ξερε τί θέση τού επιφύλλασσε η μοίρα στην ενγένει διανόηση λόγω τών τεσσάρων μωρών ] – τά πιτσιρίκια λοιπόν τόν είχαν τρελάνει τόν βιβλιοπώλη και πηγαίναν και τού αγοράζανε κάθε τόσο (πολλά) χαρτιά για να γράφουν τά ατέλειωτα μυθιστορήματα και τά ποιήματα που γράφανε (από πολύ μικρά) [τσακίζαν στα οκτώ τά χαρτιά και τά κάνανε μικρά χαριτωμένα τομάκια στα οποία γράφανε με μικρούλικα γραμματάκια – συμμετείχε κι ο Βranwell βέβαια τότε, μολονότι ζωγράφιζε κιόλας αυτός (μεταξύ μας νομίζω ότι ήτανε και πολύ καλός ζωγράφος) – ό,τι αξιόπιστες εικόνες έχουμε από τά κορίτσια είναι από τή δική του ζωγραφική – και στο ένα ομαδικό πορτραίτο που πήγε να κάνει και είχε βάλει και τόν εαυτό του μέσα (ανάμεσα σε Έμιλυ και Σαρλότα ) ύστερα από λίγο τόν εαυτό του τόν έσβησε, έτσι υπάρχει εκεί ένα κενό] λοιπόν ο χαρτοπώλης είχε πει (δεν θυμάμαι αν ήτανε μετά τήν διασημότητα τής Σαρλότας, ή αν τό ‘χει γράψει στο ημερολόγιό του απλώς) ότι στην αρχή παραξενεύτηκε μόνο, τί τά κάνανε τόσο πολλά χαρτιά τά μικρά τού πάστορα, αλλά στη συνέχεια αποδέχτηκε τήν κατάσταση, και ακόμα πιο μετά, επειδή μεγαλώνοντας τά παιδιά η κατάσταση δεν άλλαζε και τά κορίτσια μπορεί να ‘ρχόντουσαν οποτεδήποτε και να τού ζητούσαν κι άλλα χαρτιά, άρχισε να ‘χει και άγχος : επειδή όμως ήταν ευσυνείδητος χαρτοπώλης βρέθηκε πολλές φορές, διαπιστώνοντας με τό τέλος τής μέρας ότι δεν είχε και τόσο πολλά χαρτιά για τήν επομένη, κατά τήν οποία πιθανόν να τόν επισκέπτονταν πάλι αυτά τά μανιακά με τό χαρτί, ξεκίναγε μες στη νύχτα (και με τά πόδια) για τήν κοντινή πόλη, ώστε ευσυνείδητα να βρει ν’ αγοράσει και να ‘χει για τήν επομένη (επαρκές) χαρτί.

    Χάρη Σταθάτου / Σημειωματάριο Κήπων


Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *