Ε’ ή Στας Αιθέρας Εξιλεωμένη ΧΙI | Γεωργία Καλαφάτη, 2025

0
Καραμέλες Τσάρλεστον ψ

καραμέλα Τσάρλεστον

Σαν ξετυλίγεις μια Τσάρλεστον
και τη ρουφάς στο στόμα, αρχικά,
ανάλογα με το πόσον καιρό κάθεται στο ράφι του μπακάλικου,
νιώθεις στη γλώσσα σου που τυλίγεται
από μια ελαφρώς σκληρή, ζαχαρένια κρουστά.
Αν τη ροκανίσεις, η γεύση του ποπ ιερού εκρήγνυται γρήγορα
και ζαλίζει το κεφάλι από συσσωρευμένη υπερβατική πληροφορία.
Σύντομα διαλύεται σε μικρά νησάκια, αγιότοπα,
που ταξιδεύουν ξάστερα στα πελάγη της γλώσσας
και γρήγορα λιώνουν
ερωτευμένα και μικρά, μόνα τους.
Αν όμως τη ρουφήξεις ολόκληρη
και την περιεργαστείς μακριά
διατηρώντας την ίσια,
λεία μέσα στο στόμα σου,
η γλύκα φανερώνεται αργά αργά
χαρίζοντας σου μιαν ευλογημένη,
θεϊκή Πεολειχία.
Καταπίνοντας σιγά σιγά τα ερωτευμένα σάλια
καυλώνει η ψυχή σου
κι εκεί πατώντας
ανεβαίνει τα υπόλοιπα σκαλοπάτια
της γλυκιάς, φθηνής, ιερής,
ανεκτίμητης έκστασης.
(Ποιος είπε ότι ο Θεός απαιτεί πλούτο
ή υψηλή αισθητική για να τον γνωρίσεις;)
Δεν θυμάμαι καμία άλλη γεύση να φέρνει πιο κοντά
στην ουσία της τον έρωτα, καμία.
Εικάζω πως στον καθένα
ο ερωτισμός θα’ χει άλλη γεύση,
φράουλας ή σοκολάτας ή ακόμα και βασιλικού,
η και χνώτου ή καπνού.
Μα τον Ιερό Έρωτα,
αυτή την παγκόσμια, σπάνια,
απόκοσμη εμπειρία,
μόνον το τριαντάφυλλο μπορεί να περιγράψει,
άντε ίσως και το καλό μέλι, αργά αργά.
Όποιος τρώει μια Τσάρλεστον
ή ένα ανατολίτικο γλυκό,
μια κρέμα ας πούμε περιχυμένη με ροδόνερο και τριμμένα φυστίκια,
γλυκό του κουταλιού τριαντάφυλλο, ή λικέρ
και δεν δονείται η ψυχή του,
δεν είναι έτοιμος ακόμα
να δεχτεί το Θεό μέσα του,
κι αυτό το γράφω με σιγουριά.
Γι’ αυτό δεν είναι αυτές οι γεύσεις πια τις μόδας,
γιατί ο Θεός είναι ντεμοντέ.

Αχ, να μου χάριζες κρυφά
ένα βράδυ τις λέξεις τις ακριβές
να ψιθυρίζω την υπέρβαση,
όλοι να λαχταρούν να Σε δοκιμάσουν.
Αυτή τη γλύκα που πιπιλίζεται μόνο σιγά σιγά,
συνάμα και λαίμαργα,
σα ρίχνονταν πάνω μου
καταρράκτες ευλογιάς,
αυτή τη γλύκα,
την ευφορία
που τη γη κάνει να βράζει σιρόπια στο κέντρο
και ωκεανούς να συνεννοούνται,
ζέβρες να καλπάζουν η μια προς την άλλη,
αυτή η κολλώδης τρελαμένη
γεύση του ιλίγγου
που όλα τα ονόματα γεννά
κι όλα τα ονόματα δύναται να σε κάνει να ξεχάσεις του Θεού,
και το χρόνο όλο αρχινά
με μια σταγονίτσα σάλιο
και ξεχνάς το άδειο το κελί για πάντα.

Άσπιλη,
οικουμενική,
μεγαλειώδης,
αδιάκοπα επιταχυνόμενη
αποκαλυπτόμενη γλύκα,
με πήρε και με σήκωσε σε βράχια άγρια
ροζ
που δεν πονάνε,
λύπη απόλυτη,
ροζ,
που δεν απογοητεύει,
απελπισία ροζ που δεν με φοβίζει,
με βεβαιώνει, με ξεσηκώνει,
έρωτας απερίγραπτος!

Θεέ μου, νέες σου λέξεις θηλυκές
ν’ αναδυθούν τώρα!
Η καρδιογνώστρα!
Η κρυφοχαμογελούσα!
Η πανοδός,
η κεντροδονούσα,
η γλυκοσίελος,
η πάνγευστος,
η ροδόφλογη,
η υπερχυλίζουσα,
η φιλόστοργη,
η συνεπέρνουσα,
η επιούσιος,
η απαράμιλλος,
η αγέραστος Ρόζα.

Σίγουρα ήταν ροζ,
η γεύση του ροζ,
η μυστική,
η ανυπέρβλητη.

Στο μωβ το κούφιο κοχυλότσουφλο
που κουβαλούσα στο λαιμό
έκλεισα μέσα τέσσερα αποξηραμένα ροδοπέταλα.

Κι έγινα κι εγώ η τριανταφυλλιά,
και το αίμα και το αγκάθι,
και το ρόδο,
κι η μεταμόρφωση,
και η αέναη επανάσταση.

Γεωργία Καλαφάτη
ΧΙI
Η’ Στας Αιθέρας Εξιλεωμένη
συλ. Η Αγέλαστος Ρόζα, 2025

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *